Ο GEORGE SOROS ΚΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
Στις αρχές Ιουνίου, ο George Soros, διατύπωσε τις απόψεις του για τον ρόλο των ΗΠΑ στη Νέα Τάξη Πραγμάτων, εκφράζοντας την αντίθεση του στην μονομερή πολιτική του Τ. Μπους, την υιοθέτηση του δόγματος της αμερικανικής επικυριαρχίας και τον τρόπο διαμόρφωσης του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος που η Ουάσινγκτον προωθεί. Παραθέτω παρακάτω ένα απόσπασμα από τις αναθεωρημένες απόψεις του (George Soros, The American Prospect, June 4, 2003) για την παγκοσμιοποίηση. Το φαινόμενο θα πρέπει να προσεγγιστεί μέσα από ένα ωφελιμιστικό πρίσμα με στόχο όχι την αφοριστική απόρριψη του αλλά τη διαμόρφωση συνθηκών που θα επιτρέψουν στην περιφέρεια να έχει οφέλη ανάλογα με αυτά του κέντρου. Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί μία πραγματικότητα, δεν είναι φαινόμενο αναστρέψιμο αλλά η μη εφαρμογή κανόνων στη δράση του διεθνικού κεφαλαίου και η άτακτη υποχώρηση του παρεμβατικού ρόλου και ρυθμιστικού ρόλου του κράτους κινδυνεύει στο μέλλον να απειλήσει τα θεμέλια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και να δημιουργήσει κοινωνικές εκρήξεις. Η βιωσιμότητα του καπιταλιστικού συστήματος αλλά και το στρατηγικό πλεονέκτημα που διέθετε κατά τη διπολική αντιπαράθεση έγκειτο, μεταξύ άλλων, και στο ατομοκεντρικό χαρακτήρα του συστήματος και τη σπουδαιότητα που απέδιδε στον παράγοντα άνθρωπο και τις ανάγκες του. Η υπερκάλυψη των ανθρώπινων αναγκών, η ισοπέδωση κοινωνικών αξιών και η αντίληψη ότι η βιωσιμότητα των αγορών και ο ανταγωνισμός είναι σημαντικότερα από το άτομο ενδέχεται να απειλήσουν στο μέλλον το ίδιο το διεθνές οικονομικό σύστημα. Η μόνη απειλή για τον καπιταλισμό είναι ο ίδιος του ο εαυτός και η διογκούμενη ανισότητα σε διεθνές επίπεδο.
Ο George Soros σημειώνει ότι «η παγκοσμιοποίηση – και με αυτόν τον όρο αναφέρομαι στην παγκοσμιοποίηση των αγορών – αποτέλεσε ένα φονταμενταλιστικό σχέδιο ανάπτυξης των αγορών το οποίο προωθήθηκε από τις ΗΠΑ. Οι ίδιες επωφελήθηκαν τα μέγιστα από αυτήν. Είμαστε αναμφίβολα η κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο. Η κυριαρχία μας δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό αλλά επεκτείνεται στο στρατιωτικό και τεχνολογικό πεδίο. Καμία άλλη δύναμη δεν μπορεί αμφισβητήσει τη ισχύ που διαθέτουμε.
Αυτό το status μας βάζει σε μία θέση όπου πρέπει να επιδείξουμε μοναδική υπευθυνότητα. Άλλες χώρες οφείλουν να ανταποκριθούν στις ΗΠΑ, ωστόσο οι ΗΠΑ είναι σε θέση να επιλέξουν την πολιτική στην οποία θα ανταποκριθούν οι άλλοι. Διαθέτουμε ένα μεγαλύτερο βαθμό ευχέρειας από τους άλλους όταν αποφασίζουμε τη μορφή που οφείλει να έχει ο κόσμος. Συνεπώς δεν είναι αρκετό για τις ΗΠΑ να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους έναντι των άλλων. Τις ΗΠΑ θα πρέπει να απασχολήσει και η ευημερία του κόσμου συνολικά.
Υπήρχαν εντάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο στο καπιταλιστικό σύστημα και πριν την 11η Σεπτέμβρη, ωστόσο αυτές επιδεινώθηκαν από τότε μέχρι σήμερα. Οφείλουμε να εργαστούμε για την άμβλυνση αυτών των εντάσεων με στόχο τη δημιουργία ενός σταθερού και δίκαιου συστήματος ώστε να διατηρήσουμε την κυρίαρχη θέση μας σε αυτό. Αυτή την ευθύνη δεν την αναλάβαμε. Ακόμα χειρότερα, το επιτελείο του κ. Μπούς δεν αποδέχεται καν ότι έχουμε αυτή την ευθύνη. Αποδίδει την κυρίαρχη θέση μας στο διεθνές σύστημα στο επιτυχημένο αμερικανικό μοντέλο ανταγωνισμού με τις λοιπές χώρες. Ωστόσο αυτή η επιτυχία αποτελεί μία αυταπάτη. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς των φονταμενταλιστών των αγορών, το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δεν αποτελεί ένα εξισορροπημένο σύστημα. Στο οικονομικό πεδίο παρατηρείται μία ανισότητα ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Στο στρατιωτικό πεδίο υπάρχει ένα κενό ισχύος ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιθυμεί να καταστεί μία στρατιωτική δύναμης. Υπάρχουν μεγάλες και διογκούμενες ανισότητες στον κόσμο, καθώς δεν διαθέτουμε τους μηχανισμούς να τις αντιμετωπίσουμε. Συνεπώς απαιτείται να ενισχύσουμε τους πολιτικούς θεσμούς σε διεθνές επίπεδο για να ανταποκριθούμε στην παγκοσμιοποίηση των αγορών.
Μία παγκόσμια τάξη βασισμένη στην εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα παγκόσμια συμφέροντα των πολιτών του κόσμου. Η κύρια αιτία της φτώχειας και της ανέχειας σήμερα είναι η κακή διακυβέρνηση, οι αντιδημοκρατικές, διεφθαρμένες κυβερνήσεις, τα αποτυχημένα κράτη. Παρά το γεγονός αυτό, είναι δύσκολο να επέμβει κανείς στα εσωτερικά ενός κράτους λόγω της αρχής της εθνικής κυριαρχίας. Ένας τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος είναι η παροχή κινήτρων για τη δημιουργία ανοικτών κοινωνιών. Αυτό αποτελεί και το κύριο στοιχείο που εκλείπει από την παρούσα παγκόσμια τάξη. Έχουμε τρόπους να τιμωρήσουμε τα κράτη που δεν συμμορφώνονται με τις διεθνείς νόρμες, ωστόσο δεν παρέχουμε αρκετά κίνητρα και στήριξη σε αυτά που συμμορφώνονται. Μία παγκόσμια ανοικτή κοινωνία θα πετύχενε ορισμένα standards παρέχοντας αρωγή στις χώρες εκείνες που δεν έχουν τη δυνατότητα να τα εφαρμόσουν. Οι χώρες που δεν θα εφάρμοζαν αυτά τα μέτρα θα ετίθοντο εκτός. Με αυτόν τον τρόπο θα υπήρχε μία καλύτερη εξισορρόπηση μεταξύ ανταμοιβής και παροχής βοήθειας από τη μία και τιμωρίας από την άλλη. Σε μία ανοικτή κοινωνία σε παγκόσμιο επίπεδο κάθε χώρα θα επωφελείτο από τη συμμετοχή της σε αυτήν. Οι αναπτυσσόμενες χώρες θα είχαν ευκολότερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Χώρες στη περιφέρεια, όπως η Βραζιλία, θα εξασφάλιζαν επαρκή παροχή πιστώσεων από ΔΝΤ εφόσον ακολουθούσαν ορθολογικές πολιτικές και θα γινόταν μία ειλικρινής προσπάθεια να υλοποιηθούν οι στόχοι που έθεσε ο ΟΗΕ για τη νέα χιλιετηρίδα, δηλαδή τη αντιμετώπιση της φτώχειας και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης ανά τον κόσμο.
Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να δημιουργήσουν μία ανοικτή κοινωνία σε παγκόσμιο επίπεδο μόνες τους. Καμία χώρα δεν μπορεί να δρα ως ο αστυνομικός ή ευεργέτης ολόκληρου του κόσμου. Ωστόσο η δημιουργία μίας ανοικτής κοινωνίας δεν μπορεί πραγματοποιηθεί χωρίς τις ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι η Αμερική πρέπει να δράσουν με βάση τη συνεργασία σε διεθνές επίπεδο. Οι ΗΠΑ θα πρέπει να δείξουν ότι είναι έτοιμες να εφαρμόσουν και οι ίδιες τους κανόνες που θέλουν να επιβάλλουν στους άλλους, να αποδεχθούν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί αλλά κυρίως να αποδεχθούν ότι και οι λοιποί εταίροι τους θα εκφράσουν διαφορετικές απόψεις και θα έχουν διαφορετικά εθνικά συμφέροντα.»